Το ελληνικό καλοκαίρι μας

Κλείστε τα μάτια σας και βρεθείτε στο αγαπημένο σας μέρος για διακοπές, εκεί όπου έχετε τις καλύτερες αναμνήσεις, νιώθετε ασφάλεια, ηρεμία και χαρά.

Της Άννας Δάλλα

Αν μοιάζουμε έστω λίγο, βάζω στοίχημα ότι το μέρος αυτό δεν βρίσκεται ούτε στις Μαλδίβες ούτε στην Καραϊβική, ότι το κατάλυμά σας δεν είναι πολυτελές και ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς πλούσιος για να το απολαύσει. Φαντάζομαι επίσης ότι η θέα είναι καταπληκτική, ότι κάπου κοντά υπάρχει θάλασσα, ότι έχει ζέστη και ότι μέσα στην εικόνα υπάρχουν αιώρες, τζιτζίκια, ψαρέματα, παιχνίδια, άμμος, στρώματα θαλάσσης, πολύχρωμες ομπρέλες, βράχια, κουβαδάκια, παιδιά, μεγάλοι, μπάλες, βατραχοπέδιλα, καλοκαιρινές γνωριμίες, φλερτ και έρωτες, τραγούδια, ψάθες, ρακέτες, φύκια, συντροφιές, ηλιοβασιλέματα, καρπούζια, φρούτα που τα δαγκώνεις και το ζουμί τους πέφτει στην άμμο και μετά βουτάς στη θάλασσα να ξεπλυθείς, βουτιές, σπηλιές, καπέλα, αχινοί, βότσαλα, κοχύλια, δροσερό νερό, παγωτά, παξιμάδια, ντομάτες, σύκα… Και ότι η εικόνα αυτή είναι λίγο αχνή, σαν φωτογραφία της δεκαετίας του ’70, του ’80 ή και των αρχών του ’90. Νομίζω πως η εικόνα αυτή θα αποτύπωνε τέλεια το ελληνικό καλοκαίρι. Τουλάχιστον το καλοκαίρι που οι Έλληνες συνηθίζαμε να απολαμβάνουμε πριν από τη «χλιδή» της δεκαετίας του ’90 και του 2000, αλλά και την κρίση που τις ακολούθησε. Τότε που τα εξοχικά, τα σπίτια στα χωριά, τα κάμπινγκ και κάποια ενοικιαζόμενα δωμάτια με ψυγείο και βεράντα ή αυλή άνοιγαν για να μας υποδεχτούν και έτσι να καταστήσουν την Αθήνα μια πόλη-φάντασμα τον Αύγουστο.

Η καθημερινότητά μας μεταφερόταν στην εξοχή. Οι γιαγιάδες έφτιαχναν καλοκαιρινά φαγητά, οι μαμάδες ήταν επιτέλους ανέμελες, οι μπαμπάδες πήγαιναν για ψάρεμα, οι παππούδες μάς έδιναν χαρτζιλίκι για παγωτά κι εμείς, τα παιδιά, μετρούσαμε τα μπάνια που κάναμε και τα παγωτά που τρώγαμε σε ένα καλοκαίρι. Τα βράδια οι μεγάλοι έπιναν μπίρες και ούζα σε αυλές, ταράτσες, βεράντες ή ταβέρνες, οι νεαροί πήγαιναν σε θερινά σινεμά, συναυλίες ή άραζαν στις παραλίες και τα παιδιά είχαμε την τιμητική μας. Το καλοκαίρι μάς ανήκε. Ήμασταν ελεύθεροι, χωρίς ωράριο, μαθήματα, διαβάσματα, υποχρεώσεις. Με ποδήλατα, παιχνίδια και ωραία βιβλία για τα μεσημέρια που μας μάζευαν στα σπίτια «να μην πάθουμε καμιά ηλίαση».

Το ωραιότερο, όμως, πράγμα στα καλοκαίρια αυτά της ανεμελιάς ήταν ότι καταφέρναμε –μικροί και μεγάλοι– πράγματι να διακόψουμε τόσο από τους κανόνες και τις υποχρεώσεις όσο και από όσα μας απασχολούσαν στην Αθήνα. Ελάχιστα μέσα μάς κρατούσαν σε επαφή με τον έξω κόσμο, την επικαιρότητα ακόμα και τους φίλους μας. Οι ειδήσεις στην τηλεόραση, οι εφημερίδες, ένα σταθερό τηλέφωνο στο χωριό, που οι γιαγιάδες δεν μας άφηναν να χρησιμοποιήσουμε γιατί τις χρεώναμε, κάρτες που στέλναμε στους φίλους μας, καρτοτηλέφωνα, τηλέφωνα με μετρητή σε καφενεία και περίπτερα και ίσως κάποιοι φίλοι, που χωρίς να έχουν ειδοποιήσει, έρχονταν ξαφνικά στο χωριό ή στο εξοχικό και έδιναν άλλη νότα στο καλοκαίρι μας.

Το καλοκαίρι που ζεσταινόμασταν, βαριόμασταν, καιγόμασταν στον ήλιο, κάναμε νέους φίλους, μπλέκαμε σε περιπέτειες, μαθαίναμε μπάνιο ή να κάνουμε μακροβούτια ή να ανοίγουμε τα μάτια μας κάτω από το νερό, μεγαλώναμε, ψηλώναμε, γινόμασταν ανεξάρτητοι. Ένα τέτοιο καλοκαίρι ονειρεύομαι και για τα παιδιά μου και συνειδητοποιώ ότι δεν χρειάζεται ούτε χρήματα, ούτε χλιδάτα ξενοδοχεία, ούτε τάμπλετ, ούτε κινητά, ούτε ακριβά μαγιό και ξαπλώστρες μπροστά στη θάλασσα. Απαιτεί όμως κάτι πιο δυσεύρετο και πολύτιμο: τον χρόνο και την εμπιστοσύνη μας, που όταν τα προσφέρουμε ο ένας στον άλλον θα διασκεδάσουμε, θα αγαπηθούμε, θα ωριμάσουμε, θα μάθουμε και θα χτίσουμε αναμνήσεις που θα κρατήσουν μία ζωή.

Η γνώμη του ειδικού

Σχολιάζει η Δρ. Ναταλία Κουτρούλη, MSc, ψυχολόγος Υγείας, με εκπαίδευση στη Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία και τη Συμβουλευτική, διευθύντρια στο Κέντρο Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής.

Οι φρενήρεις ρυθμοί της καθημερινότητας, οι απαιτήσεις της δουλειάς και των σπουδών, αλλά και το άγχος που προκαλεί ο σύγχρονος τρόπος ζωής έχουν καταστήσει πλέον απαραίτητες τις –ολιγοήμερες έστω– διακοπές το καλοκαίρι. Ανεξαρτήτως ηλικίας και όγκου υποχρεώσεων, όλοι αναμένουν τις καλοκαιρινές διακοπές ως μέσο αποφόρτισης από τις αρνητικές σκέψεις και τα έντονα συναισθήματα, αλλά και επαναφόρτισης του οργανισμού με ενέργεια και καλή διάθεση.

Εξ ορισμού, οι διακοπές ισοδυναμούν με ένα διάλειμμα από τη ρουτίνα και ταυτίζονται με ευχάριστες, ξέγνοιαστες και χαλαρωτικές δραστηριότητες. Η απόσταση από τις έγνοιες και η αλλαγή του τρόπου ζωής είναι το πραγματικό νόημα των διακοπών. Τις τελευταίες, όμως, δεκαετίες η έννοια των διακοπών αλλοιώθηκε και άρχισε να αποτελεί ένα ακόμα μέσο επίδειξης και υπερκατανάλωσης χρημάτων. Έφτασε να είναι αναγκαίο να δανειστεί κανείς σημαντικά χρηματικά ποσά για να επιτύχει τις πολυτελείς διακοπές των ονείρων του. Είναι βέβαια κοινώς αποδεκτό ότι «τα χρήματα δεν φέρνουν την ευτυχία» ούτε στις διακοπές. Σαφώς η άνεση και το ευχάριστο περιβάλλον βοηθούν να χαλαρώσει κανείς, δεν χρειάζεται όμως να πληρούνται εξωπραγματικά κριτήρια για να μπορέσει κανείς να αισθανθεί ότι απολαμβάνει το διάστημα της ανάπαυλας. Το πιο ακριβό συστατικό των διακοπών, άλλωστε, δεν είναι ούτε ο κοσμικός προορισμός, ούτε το πολυτελές ξενοδοχείο, αλλά η καλή συντροφιά, η επαφή με τη φύση, η απόλαυση των μικρών στιγμών ευτυχίας και η σύνδεση με τον ίδιο μας τον εαυτό. Αυτό το καλοκαίρι ας θυμηθούμε πως οι πιο πολύτιμες διακοπές είναι αυτές που περνάμε με ανθρώπους που αγαπάμε και δημιουργούμε μαζί τους αναμνήσεις ζωής και όχι οι επιτηδευμένα τέλειες στιγμές που θα κλέψουν προσωρινά τις εντυπώσεις σε μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

No Comments Yet

Comments are closed