Μπορούμε να ζήσουμε καλά με μία ασθένεια;

Το έχω αναρωτηθεί πολλές φορές: πώς ζει κανείς με την αρρώστια; Με τη χρόνια, τη σοβαρή, την απειλητική, την απρόβλεπτη; Την συνηθίζει, νομίζω, είναι η απάντηση. Γιατί μόνο έτσι τελικά κερδίζει και την υγεία του αλλά και τη ζωή του…

Της Άννας Δάλλα

Δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ γι’ αυτό. Απέφευγε επίσης να εμφανίζεται γυμνή μπροστά στα παιδιά. Δεν ήθελε να βλέπουν τα σημάδια. Για να μην την ρωτάνε και πρέπει να το θυμάται συνέχεια; Ντρεπόταν; Για να μην τρομάξουν πως αφού πέρασε κάτι τόσο σοβαρό μπορεί να την χάσουν; Για να μη φοβούνται ότι μπορεί η αρρώστια να χτυπήσει μία μέρα και τη δική τους πόρτα; Ποιος ξέρει. Σίγουρα πάντως δεν ήθελε να το συζητάει. Όχι ότι προσποιήθηκε ποτέ ότι δεν συνέβη. Ούτε ότι αμέλησε τις εξετάσεις, τις επισκέψεις στους γιατρούς, τις θεραπείες. Το συζητούσε πού και πού, αλλά με λίγους. Τον σύζυγό της, την αδερφή της, μία φίλη της με ένα παρόμοιο πρόβλημα υγείας. Σίγουρα με τον γιατρό της. Όχι όμως συνέχεια και όχι με τον οποιονδήποτε. Ο βασικός λόγος ήταν γιατί η ασθένεια δεν μπορούσε να γίνει αυτό που την καθόριζε. Μπορεί μερικές φορές να επηρέαζε τη ζωή της, την υγεία της, τις αποφάσεις της, τα ταξίδια της, αλλά δεν θα την άφηνε να καθορίσει την προσωπικότητά της, να αλλάξει και να αλλοιώσει το ποια ήταν και το τι είχε ξεκινήσει να κάνει. Φυσικά, μερικές φορές φοβόταν, άλλες παρέλυε, οι σκέψεις την παρέσυραν σαν χιονοστιβάδα. Μετά τις έδιωχνε.

Άκουγε ένα τραγούδι, την τύφλωνε ο ήλιος που έμπαινε από το παράθυρο το πρωί, την απασχολούσε ένα πρόβλημα στη δουλειά, ξεκινούσε να διαβάζει ένα ωραίο βιβλίο που της σύστησε η φίλη της, έπρεπε να βιαστεί να πάρει τα παιδιά από το φροντιστήριο, έβγαινε στα μαγαζιά να αγοράσει φόρεμα για τον γάμο του ανιψιού της, τσακωνόταν με τον άνδρα της γιατί ξέχασε να κατεβάσει τα σκουπίδια, σχεδίαζε τις καλοκαιρινές διακοπές –όχι του επόμενου χρόνου, μόνο του φετινού, υπολόγιζε πόσα χρήματα έπρεπε να δώσουν στην εφορία, εκνευριζόταν που είχαν απεργία τα μέσα μαζικής μεταφοράς ή έβλεπε μία καταπληκτική κωμωδία στον κινηματογράφο. Ζούσε, όπως όλοι οι υπόλοιποι, περίπου όπως και πριν από την αρρώστια. Μόνο που φρόντιζε μερικές φορές να αγκαλιάζει πιο σφιχτά όσους αγαπούσε, μόνο που έκλαιγε μερικές φορές όταν φοβόταν και μόνο που κάθε πρωί αισθανόταν τυχερή που ήταν εκεί για να ζήσει την καινούργια μέρα που ξεκινούσε.

Η γνώμη του ειδικού

Σχολιάζει η Δρ. Ναταλία Κουτρούλη, MSc, ψυχολόγος Υγείας, με εκπαίδευση στη Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία και τη Συμβουλευτική, διευθύντρια στο Κέντρο Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής.

Η διάγνωση και η θεραπεία μιας χρόνιας ασθένειας αποτελούν συχνά ένα τραυματικό γεγονός που προκαλεί συναισθηματικές αντιδράσεις στον ασθενή, θυμίζοντας τα στάδια από τα οποία διέρχεται το πένθος. Η ασθένεια και ό,τι την ακολουθεί συμβολίζουν μια αλλαγή, μια απώλεια. Και κάθε απώλεια συνοδεύεται από το πένθος για όσα κανείς χάνει. Σοκ, θυμός, ενοχή, θλίψη και τέλος αποδοχή για την απώλεια της υγείας και της αντίληψης ότι η ζωή και η καλή μας υγεία είναι δεδομένες.

Οι σύγχρονες έρευνες της θετικής ψυχολογίας όμως αναφέρουν ότι, μετά την ολοκλήρωση του πένθους από την ασθένεια που προκύπτει, εντοπίζεται και η χαρά, η ευγνωμοσύνη, η αναγνώριση της αξίας της ζωής, η νοηματοδότηση και η μετατραυματική ανάπτυξη του ατόμου.

Η περίοδος της ανάρρωσης από την ασθένεια, η αποθεραπεία, δηλαδή, βιώνεται συχνά ως μια φάση επαναπροσαρμογής του ατόμου και πρώην ασθενή στην παλιά του ζωή. Μόνο που η παλιά του ζωή έχει πιθανόν επηρεαστεί από την επαφή με την ασθένεια, σε σωματικό ή/και συναισθηματικό επίπεδο. Ενδεχομένως, έχει αλλάξει και σε πρακτικό επίπεδο, ως προς το πρόγραμμα ή τις συνήθειες του πρώην ασθενή.

Όπως, βέβαια, αναγράφεται στα ερευνητικά ευρήματα, η ζωή μετά την ασθένεια μπορεί να αλλάζει και θετικά, καθότι αναγνωρίζεται η αξία της, η χαρά που μπορεί να αντλήσει κανείς από τα απλά καθημερινά πράγματα, η ευγνωμοσύνη απλώς του να υπάρχεις, να αναπνέεις, να ζεις…

No Comments Yet

Comments are closed